Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Βιογραφία του Λευκάδιου Χερν

«Η απόλυτη ελευθερία που γνωρίζει ρίζες, αλλά δεν γνωρίζει σύνορα»

Στην Ευρώπη
Ο Λευκάδιος Χερν γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου 1850 στη Λευκάδα. Πατέρας του ήταν ο Ιρλανδός Charles Bush Hearn και μητέρα του η Ρόζα, κόρη του Αντωνίου Κασιμάτη από τα Κύθηρα. Το σπίτι που γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στέκει ακόμα.

Ο ταγματάρχης Charles Bush Hearn, ο πατέρας του Λευκάδιου, ήταν στρατιω-
τικός γιατρός του Βρετανικού Σώματος στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα.


Ο Λευκάδιος ήταν δύο χρονών, όταν έφυγε από την Ελλάδα για την Ιρλανδία. Τα παιδικά του χρόνια ήταν πικρά. Οι γονείς του χώρισαν, ο Λευκάδιος δεν τους ξαναείδε ποτέ και ανατράφηκε σαν ορφανό από την πλούσια και δεσποτική Sarah Brenane.

Σε ηλικία οκτώ ετών μαζί με την κηδεμόνα του.


Την οικογενειακή θαλπωρή που δεν γνώρισε, βρήκε στα βιβλία. Τα βιβλία ήταν για τον Λευκάδιο γονείς, συγγενείς και φίλοι. Η γνωριμία του με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό τον εισήγαγε στη δική του αναγέννηση, όπως είπε ο ίδιος. Θεωρούσε ότι έχει περισσότερα κοινά με τους ανθρώπους του Νότου, τους Έλληνες, παρά με τους Αγγλοσάξoνες. Ζωγράφιζε, αγαπούσε την ποίηση, τα βιβλία που μιλούσαν για ταξίδια και περιπέτειες, ήταν ευαίσθητος, συμπαθητικός και ειλικρινής. Οι προσπάθειες της κηδεμόνος του να πάρει θρησκευτική ανατροφή αποδείχτηκαν άκαρπες. 
Στα δεκαέξι του χρόνια, όντας ήδη πολύ μύωπας, έχασε εξ αιτίας ενός ατυχήματος στο κολέγιο το αριστερό του μάτι. Η δυσμορφία αυτή είναι αρκετή για να τον απομονώσει η συντηρητική και θρησκόληπτη ιρλανδική κοινωνία. Η ζωή τού επιφύλαξε κι άλλες πικρές δοκιμασίες. Η περιουσία της πλούσιας προστάτιδας εξανεμίστηκε και ο Λευκάδιος αναγκάστηκε να σταματήσει τις σπουδές του. Ύστερα από μια μεγάλη αρρώστια, που τον καθήλωσε δύο χρόνια, έφυγε για το Λονδίνο. Εκεί έζησε ένα χρόνο σε μεγάλη φτώχεια, ώσπου κάποιος συγγενής τού έδωσε ένα μικρό ποσό και του υπέδειξαν να πάει στην Αμερική.


Στην Αμερική
Στα δεκαεννιά του βρέθηκε απένταρος στη Νέα Υόρκη. Λίγο αργότερα εγκαταστάθηκε στο Σινσινάτι του Οχάιο, όπου έζησε σε απόλυτη οικονομική εξαθλίωση. Το όραμα και ευγενικό πνεύμα του Λευκάδιου Χερν δεν καταβλήθηκαν από την πείνα, το κρύο και την έλλειψη στέγης. Έμπαινε σε βιβλιοθήκες για να διαβάσει και να ζεσταθεί! Για να εξοικονομήσει τα προς το ζην έκανε οποιαδήποτε δουλειά. Ένα διάστημα εργάστηκε σαν βοηθός ενός σύριου γυρολόγου.
Η γνωριμία του με τον τυπογράφο Henry Watkin βελτίωσε τα πράγματα, αφού με τη βοήθειά του βρήκε δουλειά σε κάποια εφημερίδα. Εργάστηκε ως στοιχειοθέτης και διορθωτής. Του έδωσαν το παρατσούκλι Old Semicolon, λόγω της μεγάλης προσοχής που έδινε και στην παραμικρή λεπτομέρεια.
Έγινε δημοσιογράφος και τα άρθρα του είχαν ασυνήθιστα θέματα για την εποχή εκείνη: τους έγχρωμους, τους φτωχούς και τους δυστυχείς που ζουν στο περιθώριο της ζωής. Ο Χερν δεν έκανε φυλετικές διακρίσεις και το 1874 παντρεύτηκε τη Μάτι Φόλεϊ. Ο γάμος του θεωρήθηκε σκάνδαλο, γιατί η σύζυγός του ήταν έγχρωμη, και του κόστισε τη θέση του στην εφημερίδα που εργαζόταν. Ο νόμος και ο κοινωνικός συντηρητισμός δεν έκαναν αποδεκτούς του μεικτούς γάμους.


Στο Σινσινάτι το 1873


Το 1874 άρχισε να εκδίδει με τον μεγάλο ζωγράφο Henry Farny ένα εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό, το Ye Giglampz, που έγραφαν και εικονογραφούσαν οι ίδιοι.

Το πρώτο τεύχος του περιοδικού Ye Giglampz


Έζησε στο Σινσινάτι και στη μαγευτική Νέα Ορλεάνη για είκοσι χρόνια. Εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά, δημοσίευσε μεταφράσεις έργων των Thophile Gautier, Guy de Maupassant, Pierre Loti, καθώς και μύθους και θρύλους διάφορων λαών και τόπων. Καταξιώθηκε στους αναγνώστες με το προσωπικό και γλαφυρό ύφος του και με την ποικιλία των θεμάτων του.
Στη Νέα Ορλεάνη ασχολήθηκε με την ιστορία των Κρεολών, την ιδιαίτερη κουζίνα της περιοχής, τα λαϊκά ήθη και έθιμα στο Βουντού και όλα όσα την αναδείκνυαν ως περιοχή με ιδιόρρυθμα ήθη και με άκρατο αισθησιασμό και που συγγενεύει περισσότερο με την Ευρώπη και την Καραϊβική, παρά με την υπόλοιπη Αμερική.

Ένα από τα βιβλία του στη Νέα Ορλεάνη: Gombo Zhèbes,
Little Dictionary of Creole Proverbs in Six Dialects (1885)


Είχε μεγάλο ενδιαφέρον για την κουζίνα. Μάλιστα η μεγαλύτερη νοσταλγία του στα χρόνια που έζησε στην Ιαπωνία ήταν για τα πεντανόστιμα φαγητά της Νέας Ορλεάνης. Το 1879 άνοιξε συνεταιρικά ένα εστιατόριο, το οποίο είχε ονομάσει The Hard Times. Το όνομα αποδείχτηκε προφητικό. Ο συνεταίρος του εξαφανίστηκε με όλα τα λεφτά.

Φωτογραφία της περιόδου της Νέας Ορλεάνης


Το 1887 πήγε στις Δυτικές Ινδίες, όπου έμεινε για δύο χρόνια, ως ανταποκριτής του αμερικάνικου περιοδικού Harper’s Magazine.



Ως ανταποκριτής αυτού του περιοδικού έφυγε στις 8 Μαΐου του 1890 για την Ιαπωνία, όπου έμελλε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Λίγο πριν αναχωρήσει για την Ιαπωνία.


Τα χρόνια στην Ιαπωνία
Μόλις έφτασε στην Ιαπωνία, έλυσε τη συνεργασία του με το Harper’s Magazine. Με τη βοήθεια του καθηγητή Βasil Hall Chamberlain και του Ίτζιτο Χαττόρι το καλοκαίρι βρήκε θέση καθηγητή της αγγλικής γλώσσας στην πόλη Ματσουέ.

Το σπίτι που έζησε στο Ματσουέ σήμερα είναι μουσείο.


Στο πανέμορφο Ματσουέ των θρύλων έζησε δεκαπέντε μήνες. Σχετίστηκε στενά με τους κατοίκους, ανέπτυξε αδελφική φιλία με τον καθηγητή Νισίντα Σενταρό και το 1891 νυμφεύθηκε τη Σέτσου Κοϊζούμι, κόρη ενός σαμουράϊ της περιοχής, του οποίου η οικογένεια είχε ξεπέσει με τις θεμελιώδεις αλλαγές που έφερε ο εκσυγχρονισμός της Ιαπωνίας. Μαζί της δημιούργησε μια αγαπημένη οικογένεια και απέκτησε τέσσερα παιδιά.

© Koizumi Family
Στην φωτογραφία ο Λευκάδιος Χερν, η σύζυγός του Σέτσου και ο πρωτότοκος γιος τους, ο Καζουό. Ο Χερν αγαπούσε βαθύτατα τον Καζουό και είχε γράψει: «Κανείς δεν ξέρει τι είναι ζωή μέχρι να αποκτήσει παιδί και να το αγαπήσει. Τότε όλο το σύμπαν αλλάζει και τίποτα δεν είναι πια όπως πριν».




Άρθρα του δημοσιεύονταν στο The Atlantic Monthly και σε διάφορες εφημερίδες της Αμερικής και αντικατοπτρίζουν την ισχυρή έλξη που άσκησε η Ιαπωνία επάνω του. Εκδόθηκαν το 1894 με τίτλο Glimpses of Unfamiliar Japan. Το βιβλίο διδασκόταν για χρόνια στα ιαπωνικά σχολεία.






Το 1892 εγκαταστάθηκε στο Κουμαμότο, όπου δίδαξε επί τρία χρόνια σ’ ένα σχολείο μέσης εκπαίδευσης, διευθυντής του οποίου ήταν ο Κάνο Τζιγκορό, ο άνθρωπος που διέδωσε το τζίου τζούτσου στον δυτικό κόσμο.
Τον Οκτώβριο του 1894 εξασφάλισε μια θέση δημοσιογράφου στο αγγλόφωνο Kobè Chronicle. Οι συνθήκες στο Κομπέ από απόψεως υγιεινής ήταν άθλιες. Οι νικητές του πολέμου έφεραν μαζί τους από την Κίνα τη χολέρα, που θέρισε τρεις χιλιάδες ανθρώπους. Οι νεκρικές πυρές έκαιγαν ασταμάτητα στους λόφους γεμίζοντας την πόλη καπνό και οσμές. Ο Χερν έλεγε πως αυτό τον έκανε ν' αναλογίζεται ότι το κόστος καύσης ενός ανθρώπου του δικού του μεγέθους είναι ογδόντα σεν, δηλαδή μισό δολάριο.
Το 1896 έλαβε την ιαπωνική υπηκοότητα και πήρε το οικογενειακό όνομα της συζύγου του, Κοϊζούμι, και το προσωπικό όνομα Γιακούμο.


«Τώρα είμαι ιάπωνας υπήκοος, υιοθετημένος από την οικογένεια της συζύγου μου. Αυτό, σύμφωνα με τον ιαπωνικό νόμο, τακτοποιεί τα νομικά ζητήματα τα σχετικά με την περιουσία και τον γάμο. Έτσι, όταν πεθάνω, ο πρόξενος δεν θα μπορέσει ν' αγγίξει αυτά που ανήκουν στους δικούς μου ανθρώπους. Τα υπόλοιπα είναι σιωπή». 




Για τον Χερν ο σιντοϊσμός και ο βουδισμός ήταν τρόποι καθημερινής ατομικής και συλλογικής ζωής, θρησκείες που οι άνθρωποι τις πράττουν αντί απλώς να τις πιστεύουν. Ο ίδιος παρέμεινε αγνωστικιστής.




Το Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο τού προσέφερε την έδρα του καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας, θέση που διατήρησε ως το 1903. Εγκαταστάθηκε στο Τόκυο όπου άρχισε η πιο λαμπρή και γόνιμη συγγραφική του περίοδος. Η κακή του όραση ποτέ δεν στάθηκε εμπόδιο στην εξερεύνηση των περιοχών της Ιαπωνίας που επισκέφθηκε ούτε στο συγγραφικό του όραμα.

Τόκυο, 1900


Δεν τον συγκινούσε καθόλου το να ζήσει σε μία μεγαλούπολη που εκσυγχρονιζόταν, αφήνοντας πίσω του τη μυστηριακή Ιαπωνία των θρύλων και των παραδόσεων με τα γιάσικι και τους αρχαίους ναούς. Ήταν μία θυσία που έκανε για την οικογένειά του, στην οποία ήταν βαθύτατα αφοσιωμένος.



Την άνοιξη του 1903, όπως το είχε προβλέψει, με κάποιο πρόσχημα τον υποχρέωσαν να παραιτηθεί από το Πανεπιστήμιο του Τόκυο. Οι φοιτητές του διαμαρτυρήθηκαν έντονα και η θέση του επαναπροσφέρθηκε, αλλά με όρους που του ήταν αδύνατον να δεχτεί.

Τρία ζητήματα τον απασχολούσαν εκείνη την εποχή. Η επιθυμία του να επιστρέψει στη Δύση παρ' όλες τις προκαταλήψεις και τις συμβατικότητές της, η υγεία του που χειροτέρευε και το μέλλον της νεογέννητης κόρης του Σουτζούκο.

Το 1904 δέχτηκε τη θέση του καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ουασέντα του Τόκυο. 

Οι τρεις γυιοί του Λευκάδιου Χερν στον εξώστη του σπιτιού
μπροστά από το γραφείο στη συνοικία Νίσι Όκουμπο του Τόκυο.


Πέθανε στο σπίτι του στο Τόκυο, στο Νίσι Όκουμπο, στις 26 Σεπτεμβρίου 1904 από ανακοπή, σε ηλικία 54 ετών και αποτεφρώθηκε σύμφωνα με το τελετουργικό.

Η κηδεία του Λευκάδιου Χερν


Η πλάκα που έστησαν οι φοιτητές του γράφει:
Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε· του έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε –αλίμονο!– τον τάφο.


Ο καθηγητής  Βasil Hall Chamberlain είχε πει: «Διαβάζοντας τα κείμενά του αισθάνεται κανείς την αλήθεια αυτού που δήλωσε ο Richard Wagner: Alles verständniss kommt uns nur durch die Liebe “Ο μόνος τρόπος για να κατανοήσεις είναι να αγαπήσεις”. Αν ο Λευκάδιος Χερν κατανοεί βαθιά την Ιαπωνία και την κάνει κατανοητή περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα, είναι γιατί την αγαπάει βαθιά».

Δείτε ακόμα: 
Χρονολόγιο Λευκάδιου Χερν
από την έκθεση The Open Mind of Lafcadio Hearn in New Orleans 2012

Lafcadio Hearn's footprint in Matsue (video)


Οι φωτογραφίες προέρχονται από τα αρχεία της οικογένειας Κοϊζούμι και του κ. Τάκη Ευσταθίου, που είχαν την καλοσύνη να μου παραχωρήσουν την άδεια χρήσης τους.
The original photos are from the personal archives of Koizumi family and Takis Efstathiou, who were kind enough to let me use them.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου